Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

προς τα Χριστούγεννα


Σε τούτες τις διακοπές μόνο οι επαγγελματές δεν έπαιρναν μέρος, αντίθετα ο πυρετός της δουλειάς ήταν πολύ ψηλός. Ραφτάδες και τσαγκαράδες δούλευαν νύχτα μέρα, έκαναν ατέλειωτα νυχτέρια, γιατί όλοι τα Χριστούγεννα έπρεπε να ντυθούν στα καινούργια.
Οσο για τις νοικοκυρές, ε! αυτό δεν περιγράφεται! Όλα τα μέσα και τα σύνεργα της πάστρας στρατολογούνταν και παν' απ' όλα ο ασβέστης. Όλα έπρεπε να λάμπουν, κι όταν όλα τέλειωναν, την προπαραμονή, άρχιζε το μεγάλο πανηγύρι, το ζύμωμα. Τούτο δεν ήταν μια απλή δουλειά, ήταν μια ιεροτελεστία. Κάθε νοικοκυρά φιλοδοξούσε να κάνει για το σπίτι, τους δικούς της, για τους φίλους της, το καλύτερο.
Άναβαν όλοι οι φούρνοι στις γειτονιές κι άναβαν πυρκαγιές στις αισθήσεις. Μεγάλα αφράτα σταρένια ψωμιά, κιτρινα σαν το φλουρί, τυλιγμένα σε κατάλευκα σιδερωμένα ψωμοπάνια, μέσα στις κούπες, αράδα μπροστά στο φούρνο, ανάσαιναν φρεσκάδα και υπόσχεση σαν τα μικρά παιδιά στις κούνιες, που υπόσχονται τη συνέχιση της ζωής.
Οι γανωμένοι ταβάδες άστραφταν και μέσα οι κουραμπιέδες, φτιαγμένοι από αγνό ντόπιο βούτυρο, μοσχομύριζαν. Το φρέσκο λάδι και τα μπαχαρικά στην "μπακλαβού" και τους "σαμσάδες" γαργαλούσαν την όρεξη, πρόκληση και εμπαιγμός για τη μέρα εκείνη, γιατί η Ιμβριώτισσα γυνάικα, άγρυπνος θεματοφύλακς της παράδοσης, δεν άφηνε κανέναν ν' αγγίξει τίποτα, γιατί αύριο παραμονή Χριστούγεννα, "Του Χριστού τα Γεννητούρια" θα μεταλάβαιναν όλοι στο σπίτι και έπρεπε να νηστέψουν.

Συνεχίζεται.....