Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Για την Ιμβριώτισσα μάνα


«Επειδή ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού, έπλασε γι' αυτό τη μάνα», ειπώθηκε από τα χείλη κάποιου τόσο εύστοχα, αφού η μάνα είναι αυτή που με τη δύναμη του Θεού από τη στιγμή της σύλληψης του εμβρύου και μέχρι να σφαλήσει τα γεμάτα στοργή και αστείρευτη ανιδιοτελή αγάπη μάτια της, αγωνιά και αγωνίζεται για την υγεία και την ευτυχία του σπλάχνου της.

Όπως έγραψε ο Κύπριος συγγραφέας και ποιητής Δημ. Ποταμίτης είναι: η Μάνα του Θεανθρώπου, η Μάνα Παναγιά, η Μάνα του ληστή, η Μάνα του στρατιώτη, η Μάνα του μαθητή, η Μάνα Κουράγιο, η Μάνα του καθενός από εμάς και θα προσθέταμε ασφαλώς και τη Μάνα του πρόσφυγα.
Δεν μπορούμε να παραλείψουμε τη Μάνα της Ανατολής που σε εποχές ηρεμίας και γαλήνης, παρά τον καθημερινό της μόχθο, προσπαθούσε να αναστήσει τα παιδιά της και ταυτόχρονα έβρισκε χρόνο για βεγγέρες στις γειτόνισσες και για αστειολογήματα στις βρύσες και στα σοκάκια.

Επειδή η Μάνα της Ανατολής είχε ξεκινήσει τον αγώνα της από παλιά, από τότε που κατάλαβε πως τα παιδιά της κινδυνεύουν, ας την δούμε από πιο κοντά. Μιας και μοιάζει με την δική μας μάνα, την Ιμβριώτισσα. Μαζεμένες θαρρείς όλες οι μανάδες, προσπαθούν να μαζέψουν κάτω από τα φτερά τους τα κλωσόπουλα, να μην τα εύρει η συμφορά και ο θάνατος.

Έζησε στις τραγικές ημέρες του πανικού, του ξεριζωμού, της ανείπωτης φρίκης στα καραβάνια του θανάτου ή στις λεηλατημένες από τους ατάκτους Τούρκους (τσέτες) πόλεις και στα χωριά στα παράλια της Ιωνίας, αλλά και στην ΚωνΠολη, τον Πόντο και την Καππαδοκία, όταν «Έπεφτε η μάνα και το παιδί δε στέκονταν να την σηκώσει, πέθαινε το παιδί κι η μάνα δεν προλάβαινε να το νεκροφιλήσει», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η συγγραφέας Δ. Σωτηρίου.

Τη μάνα της πρώτης προσφυγικής γενιάς που ρακένδυτη, σωστό ερείπιο και χήρα -τις περισσότερες φορές- ήρθε στη μητέρα Ελλάδα και κατόρθωσε να στήσει και πάλι από την αρχή το νοικοκυριό της, να εργασθεί παράλληλα και να μεγαλώσει με χίλιες δυο θυσίες τα παιδιά της. Και κάτι ακόμη που οφείλουμε εξαρχής να υπογραμμίσουμε. Μάνες ήταν, δυο φορές μάλιστα, και οι γιαγιάδες αλλά κι εκείνες που είτε άτεκνες είτε μαζί με τα δικά τους παιδιά περιέθαλψαν και έσωσαν από βέβαιο θάνατο ορφανά παιδιά. Τα λάτρεψαν και μόχθησαν γι' αυτά κι ας μην ήταν οι φυσικές τους μητέρες.
Πολλά παλικάρια θα επιστρατευθούν παρά τη θέλησή τους στον τουρκικό στρατό και θα τοποθετηθούν στα γνωστά «αμελέ ταμπουρού» (τάγματα εργασίας), τάγματα Θανάτου για τους Έλληνες.
Δεν έχει άδικο ένας άλλο συγγραφέας, ο Βενέζης, όταν, μιλώντας για την προσφυγιά και τις χαροκαμένες μάνες, τις καψομάνες, αναφέρει ότι «ο θάνατος στο λαό μας έγινε πρόσωπο οικείο. Οι μητέρες μας μέσα στ' άλλα χρέη τους, μέσα στο χρέος ν' αναστήσουν τα παιδιά και να τους μάθουν την αγάπη, παράδοση είχαν να ετοιμάζουν και να φυλάγουν στα σεντούκια τους τα νεκροσάβανα της οικογένειας».

Όμως, τότε αναδείχθηκε το μεγαλείο της ψυχής της μάνας. Μονομιάς ξέχασε τους σκοτωμούς, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά. Αυτή που άλλοτε σε κάθε θάνατο δερνόταν, έκλαιγε και έσκιζε τα ρούχα της, τώρα άφησε το θρήνο και το μοιρολόι. Πού καιρός για τέτοια. Ρίχτηκε στη δουλειά. Να ζήσει το παιδί, το αδελφάκι, το κάθε αδύναμο πλάσμα της οικογένειας. Έγινε δούλα, πλύστρα, παραδουλεύτρα, εργάτρια.
Όποια ήξερε να πιάνει το βελόνι, τα βόλεψε καλύτερα. Το βελόνι έγινε τέχνη: ράψιμο, κέντημα, νταντέλα. Οι πλεκτοβελόνες δε σταματούσαν. Κάλτσες, ζακέτες, φουστάνια, κουρτίνες, κουβέρτες όλα για ένα κομμάτι ψωμί στους μαγαζάτορες. Ορισμένες αγόρασαν μια μηχανή Singer με το ποδαράκι, ενώ άλλες συνέχισαν την τέχνη του χαλιού, του κιλιμιού και των υφαντών στους αργαλειούς.
Υπήρξαν και εκείνες που επέλεξαν την αγροτική εγκατάσταση. Στα βαλτονέρια, στην ξερολιθιά, στο αλμυρό υπέδαφος, όπου τους δόθηκε κλήρος. Και αρχίζουν τον πόλεμο με τη γη και με όλα τα στοιχεία της φύσης: τις αναβροχιές, τις πλημμύρες, το χαλάζι. Παλεύουν με τις παγωνιές του χειμώνα, την κάψα του καλοκαιριού. Όμως δε βαρυγκομούν, καθώς μία είναι η λαχτάρα τους: να ζήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να τα καμαρώσουν παλικάρια και κοπέλες με δικά τους σπιτικά και δική τους οικογένεια. Γι' αυτό και δούλεψαν μερόνυχτα. Τα ροζιασμένα τους χέρια διοχέτευσαν στη γη, μαζί με το σπόρο και το φυτό, την ουσία της ψυχής τους.

Το θαύμα δεν άργησε, χάρη στο δικό τους μόχθο, το άκαμπτο πείσμα τους, τη σιδερένια θέληση. Γρήγορα έστησαν και πάλι το νοικοκυριό τους. Άστραψαν τα σπιτικά τους, όλα πεντακάθαρα, όλα κεντημένα. Οι κουβέρτες στο κρεβάτι, τα κουρτινάκια στα παράθυρα. Κεντημένα και κολλαριστά.
Το φτωχικό και άγονο χώμα μεταμορφώθηκε σε αφράτη και γόνιμη γη. Πράσινη ευλογία όλες οι εκτάσεις με αμέτρητα καρποφόρα δέντρα, περιβόλια και πολλά γεννήματα. Σταδιακά δημιουργήθηκαν νέες προσφυγικές εγκαταστάσεις. Νέα χωριά και χωριουδάκια. Μικροί και μεγάλοι οικισμοί έξω από τις πόλεις, σε όλη την περιφέρεια, που βαπτίστηκαν με τ' όνομα του γενέθλιου τόπου προσθέτοντας και τη λέξη «Νέος» μπροστά, όπως ο Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία κλπ

Οι ξεριζωμένοι πήραν μαζί τους από τις εστίες τους και τις παραδόσεις τους, όλο το παρελθόν με τις άσβηστες μνήμες. Στην προσφυγιά τα περασμένα δεν έγιναν ξεχασμένα. Έμειναν ολοζώντανα, ακόμη και τα γλέντια, τα τραγούδια, η μουσική, τα ξεφαντώματα. Τα έθιμα, τα φαγητά, οι αξίες όλα ανέπαφα χάρη στους συλλόγους, τα σωματεία, μα κυρίως χάρη στις άξιες μάνες που έμειναν όρθιες σε όλες τις μπόρες και τις φουρτούνες του ουρανού και της γης Χωρίς ρίζες και σε ξένο χώμα, έστω και αν ήταν της μητέρας Πατρίδας και παρ' ότι γνώρισαν την απονιά, δε λύγισαν στιγμή. Ρίζωσαν και φύτρωσαν και άνθισαν τα βλαστάρια τους, που πλούσια και ευλογημένα πλημμύρισαν την Ελλάδα.
Δανειζόμαστε τον εξαιρετικό συλλογισμό της Ιφιγένειας Χρυσοχοόυ. Ενέταξε τη Μάνα μεταξύ των επτά μεγαλύτερων καλών του κόσμου, τα οποία αξίζει να σημειωθεί ότι είναι όλα γένους θηλυκού, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα επτά κακά του κόσμου, όλα αρσενικά. Η Ειρήνη έχει αντίθετό της τον Πόλεμο. Η Ζωή το Θάνατο. Η Μάνα, το Χάρο. Η Ελευθερία, το Ζυγό. Η Σιγουριά, τον Κίνδυνο. Η Ησυχία, το Τρόμο. Η Σωτηρία, το Χαμό.

Στην Ιμβριώτισσα μάνα, ο πνευματικός της πατέρας ο Πατριάρχης, έχει να πει:

«Στην Παναγία ακουμπούσαμε πάντα οι Ίμβριοι. Και σε καλές εποχές και σε δύσκολες. Και τότε που τα χωριά μας έσφυζαν από ζωή, και τώρα που μείναμε λίγοι να φυλάγουνε τις μνήμες και τα μνήματα, τα όνειρα και τ' αγιασμένα χώματα. Στην Παναγία τρέχανε και τρέχουμε, όπως τα παιδιά στην μητέρα τους. Την νοιώθουμε Μητέρα μας - Ιμβριώτισσα Μάνα της αιωνιότητος. Και όσοι ζουν πολύ μακριά από το γενέθλιο χώμα, την έχουν πάρει μαζί τους: «Παναγία Ξενιτεμένη», φύλακα και προστάτιδα των οραματισμών και των ελπίδων τους - λιμάνι στις πολλές φουρτούνες της ζωής τους - πολύ θα ήθελα να ήμουν μαζί σας τις άγιες αυτές ημέρες. Να σας δω ένα - ένα, να σας χαρώ. Να σας λειτουργήσω, να κοινωνήσουμε μαζί τη ζωή και την χαρά του κόσμου, που είναι ο Χριστός. Να παρακολουθήσω κι εγώ τα εφετεινά «Νιμπριώτ' κα» (Ιμβριώτικα), να ακούσω τη μουσική μας, να δω τους χορούς μας, να επισκεφθώ την έκθεση φωτογραφίας ...; ένας προσκυνητής κι εγώ της ιερής γης των προγόνων μας, που την πότισαν με πολύ ιδρώτα και με δάκρυα πολλά, και η καρδιά μου θα πάλλει στους παλμούς της δικής σας καρδιάς.
. Τα καλοκαίρια είναι όμορφα στην Ίμβρο, και το αντάμωμα συγγενών και φίλων τα κάνει ακόμη πιο όμορφα. Τα κάνει πιο όμορφα και ζωντανά και χαρούμενα η παρουσία τόσων Ιμβρίων νέων που αγαπούν περιπαθώς τον τόπο μας και τον επισκέπτονται και ανακαινίζουν τα σπίτια τους και ξαναζωντανεύουν τα παραδοσιακά πανηγύρια μας και μας θυμίζουν τα δικά μας όμορφα παιδικά και νεανικά χρόνια στην Ίμβρο μας. Αγαπητά μας, Ιμβριωτόπουλα, σας ευχαριστούμε γι' αυτά όλα κι εγώ σας ευλογών από καρδιάς ...;»

Χρόνια πέρασαν πολλά από τότε που αποχαιρέτησε τα παιδιά της. Τα είδε που ξανοίχτηκαν στο πέλαγο ζητώντας καλύτερες μέρες. Εκείνη ξέμεινε πίσω, μέσα στα χαλάσματα να περιμένει το γυρισμό.

Ώσπου ήρθε η μέρα. Ξημέρωσε θαρρείς Ανάσταση. Στην αρχή δειλά, ύστερα δυο δυο, αργότερα περισσότεροι, πήραν να ξαναστήνουν εκείνο το σπιτικό που τους είχε αφαιρεθεί με τη βία. Η μάνα, δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα της. Είχε στην αρχή σκιαχτεί πως δεν θα ξανανταμώσει τα παιδιά της. Αλλά, εκείνα είχαν πάρει εικόνισμα μαζί και όρκο πως μια μέρα θα γυρνούσαν στην αγκαλιά της.

Σπίτια ξεφυτρώνουν εκεί που πριν είχαν βγει αγριόχορτο και λησμονιά. Οι τοίχοι και οι αυλές ασβεστώνονται ξανά, μέσα σε μικρούς τενεκέδες φυτεύεται βασιλικός. Τα περβάζια γεμίζουν γλάστρες. Και η καρδιά της ιμβριώτισσας μάνας χαρά και ελπίδα.

Η ξενιτεμένη μάνα, είναι η στοργική μάνα που δεν ξεχωρίζει τώρα πια τη γη που την θρέφει, εκείνη και τα παιδιά της. Αρκεί να είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που πονούν για την ιστορία, το παρελθόν και το μέλλον. Να είναι ανάμεσα στα παιδιά της για να αρμενίζουν τον καιρό με ρότα την ελπίδα πως η λησμοσύνη δεν θα κλείσει τα μάτια και τα αυτιά της. Ακόμα ούτε και ο ίδιος ο θάνατος. Γι' αυτήν, την Ιμβριώτισσα μάνα, θάνατος είναι μόνο η λησμονιά.

Read more...

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Τα ξουρίσματα


Το ίδιο βράδυ στο σπίτι του γαμπρού έχουν τα "ξουρίσματα". Εκεί γίνεται κυριολεκτικά του "Κουτρούλ' ο γάμος". Όλα τα παλικάρια θα ξουριστούν μαζί με το γαμπρό. Όλοι έχουν έρθει από νωρίς με τα δώρα τους. Ένας φέρνει ένα σφαχτό, άλλος ένα λαγήνι κρασί, άλλος ένα γαλόνι ρακί κι ό,τι άλλο βάλλει ο νους σας. Τα κεράσματα πέφτουν απανωτά, το κέφι φουντώνει. Εδώ είναι που τα πειράγματα έχουν πολύ "κόκκινο πιπέρι" κι όλο στόχο έχουν το γαμπρό. Ανάβουν τα αίματα. Βγαίνουν στο χαγιάτι και ρίχνουν τουφεκιές στον αέρα. Να καίει το πελεκούδι, και φυσικά δε λείπει το τραγούδι.


Γαμπρέ μου παλικάρι, γαμπρέ μου τσελεπή,
έβγα στο παραθύρι να σκάσουν οι οχτροί.
Γαμπρός μας είναι άξιος καράβι ν' αρματώσει
και τα σχοινιά του καραβιού να τα μαλαματώσει.

Μια ομάδα από άντρες νοικοκυραίους θα αναλάβει να σφάξει τα ζώα, να κομματιάσει το κρέας, να στήσει τα καζάνια και να μαγειρέψει. Κουρκούτι ή ριζόσουπα, κρέας βραστό (τατάρ'κου) και κρέας με πατάτες. Άλλη ομάδα από γυναίκες θα αναλάβει τα "τραπεζώματα" και την περιποίηση των καλεσμένων. Είναι οι "παραστεκάμενες", αυτές που έχουν όλη τη φροντίδα, ώστε οι γονείς και τα αδέρφια να 'ναι ελεύθεροι από έγνοιες και φροντίδες τη μέρα του γάμου.

Read more...

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

γάμος2



Αργότερα, η νύφη με την "παρανύφη", μια κοπέλα που διάλεγε για σύντροφο και βοηθό στις μεγάλες τούτες ώρες ( η παρανύφη έπρεπε να έχει και τους δυο γονείς στη ζωή), πήγαιναν στα σπίτια και καλούσαν: " αύριο έχουμε το γάμο κι αν έχετε ευχαρίστηση...", και εκείνοι απαντούσαν : "φχαριστούμε, αντι η ώρα η καλή κι στ' μεγάλ' χαρά", και στην παρανύφη εύχονταν:"άντι κι στα δικά σ' μι του καλό". Δυστυχως τα τελευταία χρόνια "εισέβαλε" το απρόσωπο χαρτί με τα χρυσά γράμματα, που αντικατέστησε τη ζωντανή και γεμάτη αιδώ και συγκίνηση φωνή της νύφης.
Το βράδυ, μετά τα καλέσματα, όλες οι φίλες θα φέρουν τα δώρα τους στη νύφη. Θα λουστούν και θα αλλάξουν όλες μαζί. Στα "λουσίματα", όπως τα λεν, όλοι φεύγουν, μόνες οι κοπέλες με τη νύφη. μαντεύετε τι γίνετε. Χαρές και πειράγματα, αστεία πιπεράτα και υπονοούμενα, γέλια και τραγούδια.

Νύφη τα χιόνια λούστηκες και πήρες την ασπράδα
κι απ όλες τις τριανταφυλλιές την ροδοκοκκινάδα
σαν τι τραγούδι να σε πω νυφούλαμ' να σ' αρέσει
έχεις αγγελικό κορμί και δαχτυλίδι μέση.
Τη νύφη μας την είχαμε στη γλάστρα λουλουδάκι
και τώρα τη χαρίσαμε σ' ενα παλικαράκι.

Πριν φύγουν οι κοπέλες από το σπίτι της νύφης, γράφουν όλες τ' όνομά τους στο γοβάκι της κι όποιος το όνομα δεν σβήσει την άλλη μέρα, θα παντρευτεί μέσα στον ίδιο χρόνο.

Συνεχίζεται... ( με το σπίτι του γαμπρού)

Read more...

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Γάμος


Συνεχίζουμε τώρα, ύστερα από τις γιορτές του Πάσχα, με τα έθιμα από την Ιμβρο.
Είχαμε σταματήσει στα αραβωνιάσματα.
Καιρός να πούμε για τον γάμο.
Ο γάμος είναι ασφαλώς το σημαντικότερο γεγονός στην ζωή μας, είναι ο θεμέλιος λίθος στην ζωή της κοινωνίας, αλλά και η εκπλήρωση της αποστολής μας. Λέγαμε στην ίμβρο, όταν κάποιος παντρεόταν, οτι "μπαίνει στον κόσμο", οτι πρέπει να "μπεις στον κόσμο" ( να παντρευτείς), για να καταλάβεις τον κόσμο, αν δεν μπεις στον κόσμο είσαι παράσιτο, είσαι ανάξιος, μένεις έξω του "νυμφώνος".
Εισιτήριο λοιπόν για τον κόσμο, για τη ζωή, είναι ο γάμος γι αυτό ανάλογη είναι και η όλη συμπεριφορά προς τον θεσμό, αλλά κυρίως κατά την τέλεση του γάμου, όταν δηλαδή παίρνεται το "εισιτήριο" για τον κόσμο.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Παραμονές του γάμου και ο πυρετός στο σπίτι της νύφης είναι υψηλός. Ολοι οι δικοί, οι γονείς, τα αδέλφια, οι συγγενείς, οι γείτονες και οι φίλες της νύφης, όλοι στο πόδι. Θ στολίσουν το καινούργιο σπίτι, θα απλώσουν τα προικιά, θα γμίσουν τις αυλές και τα μπαλκόνια με γλάστρες και λουλούδια και την παραμονή του γάμου θα γίνουν τα καλέσματα. Αλλοτε το κάλεσμα γινόταν με ένα "κ'λίκ'", μια κουλούρα με πλουμίδια περίτεχνα φτιαγμένη ήταν το προσκλητήριο, εξ ου και "κ'λικ' σου στείλαμε ή κ'λικ' θα σου στείλουμε" λενε κοροιδευτικά στον απρόσκληρο η ανεπιθύμητο επισκέπτη.
Συνεχίζεται...

Read more...

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Δευτέρα Ανάσταση


Δευτέρα Ανάσταση
Και μετα από ολιγόωρη ανάπαυλα, που ο καθένας θα πήγαινε στο σπίτι του να ανταλλάξουν τον χαιρετισμό της αναστάσεως και να τσουκρίσουν το κοκκινο αυγό, άρχιζαν οι καμπάνες των εκκλησιών να χτυπούν χαρμόσυνα. Ολοι μαζεύονταν στον αυλόγυρο της εκκλησίας, από όπου θα ξεκινούσε η πομπή. Οι τουφεκιές και τα μπουρλότα δονούσαν τον αγέρα και οι φωνές και τα γέλια των παιδιών συμπλήρωναν το σκηνικό της χαράς. Πριν ξεκινήσει η πομπή έβγαινε ένας δίσκος για την ¨Ανάσταση" του οποίου οι εισπράξεις θα ενίσχυαν το ταμείο της εκκλησίας, και ο πιο ανοιχτοχέρης που θα πρόσφερε τα πιο πολλά θα είχε την τιμή να σηκώσει την "Ανάσταση", κατα την διάρκεια του Εσπερινού, την "δευτέρα ανάσταση" όπως την λέμε.
"Δευτέρα Ανάσταση", το αποκορύφωμα τηςΛαμπρής, "εορτή εορτών και πανήγυρις πανηγύρεων". Μετά την δευτέρα ανάσταση γέμιζαν οι δρόμοι χαρούμενο κόσμο και τα φιλιά της αναστάσεως σφάλιζαν τη χαρά. Εκείνες τις ώρες, είχες πραγματικά την αίσθηση οτι "συναγάλλεται ο ουρανός και η γη". Τα γλέντια και οι χοροί γίνονταν την άλλη μέρα, την Λαμπροδευτέρα, έτσι λέγαμε την Δευτέρα της Διακαινησίμου, Λαμπροτρίτη κλπ και την Κυριακή του Θωμά "Δίλαμπρο", πάλι με αρνί στον φούρνο, διπλή γιορτή, διπλοί και πολλές κοπέλες με τα παλικάρια τους, αγάπες και προξενιά που κυοφορούνταν την διάρκεια της Σαρακοστής,σήμερα έδιναν το παρόν.
Στο Ευλάπιο συνήθιζαν να καίνε τον Ιούδα το Πάσχα. Τα παιδιά το Μέγα Σάββατο, έκαναν το ομοίωμα του Ιούδα, ένα σκιάχτρο φορτωμένο κουρέλια και το έμπηγαν σ' ένα πάσαλλο στον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Την αυγή με το "Χριστός Ανέστη" του πάταγαν φωτιά. Ομως η επιχείρηση δεν είχε πάντα επιτυχία. Τα παιδιά της γειτονικής Παναγιάς έρχονταν αποβραδίς και τον έκαιγαν. Έτσι και αυτοί αναγκάστηκαν να λάβουν τα μέτρα τους.
Για να τον φυλάξουν κρύβονταν στον αυλόγυρο και όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι επιδρομείς τους υποδέχονταν με "καταιγισμό πυρός", βροχή οι πέτρες επάνω τους. Οι Παναγιαλίδες, κάτοικοι της Παναγιάς, δεν το είχαν για καλό να φυγομαχίσουν και να ρεζιλευτούν πασχαλιάτικα. Περνούσαν στην αντεπίθεση με τα ίδια όπλα. Σωστός πετροπόλεμος.
Αποτέλεσμα; Την άλλη μέρα, Πάσχα, πολλά κεφάλια δεμένα και στα δυο τα στρατόπεδα. Παρ' όλα αυτά, τα ατυχήματα και οι τραυματισμοί δεν ανέκοψαν τη συνήθεια και ο πετροπόλεμος της Παναγιάς και του Ευλάμπιου έγινε παράδοση.

Read more...

Πάσχα. Η πρώτη Ανάσταση.


"Αυτή η Κλητή Αγία ημέρα" για τους Ιμβριώτες ήταν αγία σε όλο της το πλάτος.
Ηταν ημέρα εσωτερικής χαράς και πνευματικής ανάτασης. Τα άτομα, οι οικογένειες, τα χωριά ζούσαν μια μέρα γαλήνης και αδελφωσύνης. Τη ημέρα αυτή δεν γλεντούσαν ούτε χόρευαν, όπως συνέβαινε στις άλλες γιορτές, που έπιναν, μεθούσαν και πολλές φορές "άνοιγαν παλιά ντεφτέρια".

Πρώτη Ανάσταση

Ολοι ντυμένοι στα καινούργια, όπως και τα Χριστούγεννα. Ντύνονταν για να γιορτάσουν, όχι για να κάνουν επίδειξη. Ετσι αισθάνονταν "νέοι" άνθρωποι και καλύτεροι. Εσωτερική ανακαίνιση με την προσευχή και τη νηστεία, εξωτερική ανανέωση με τα καινουργια ρούχα.
Οπως τη Μεγάλη Εβδομάδα, έτσι και το Πάσχα, ο βαθιά θρησκευόμενος λαός της Ίμβρου δεν αισθανόταν συγκίνηση του "Χριστός Ανέστη", αν δεν το άκουγε στην εκκλησιά, όχι σαν σύνθημα για φαγοπότι, αλλά σαν σάλπισμα αγελικό: "ουκ έστιν ώδε αλλ' εγήγερται" Ειχε την εντύπωση πως κάπου θα Τον δεί, να πορεύεται προς Εμμαούς.
Η Ανάσταση γινόταν "Ορθρου βαθέως" καιμετά όλοι με τις λαμπάδες αναμμένες "εκ του ανεσπέρου φωτός" έμπαιναν στις εκκλησιές και με κατάνυξη παρακολουθούαν την λειτουργία που διαρκούσε ως τα χαράματα. Κανένας δεν αποχωρούσε αν δεν άκουγε την ευχή του αγίου Χρυσοστόμου που είναι το κλειδί της αυλάιας των 50 ημερών. Επρεπε να ακούσουν τον ιερέα να ρωτά: "Επικράνθη ο Άδης;" κι όλοι μαζί απαντούσαν: "Επικράνθη" τρεις φορές. "Ανέστη Χριστός;" "Ανέστη" απαντούσαν όλοι μαζί με βοή.

Read more...

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Το Μεγάλο Σαββατο


Μια μέρα γεμάτη μυστήριο και δέος. Μια μέρα διπρόσωπη. Απ' τη μιά η "Ζωή εν τάφω" και από την άλλη η ζωή απλώνει τα φτερά της να αγκαλιάσει τον κόσμο. Η προσδοκία της Ανάστασης. Από την μιά το δέος του θανάτου και από την άλλη η ελπίδα της Ανάστασης.
"Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην" λ΄γει η Εκκλησία το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, κι ο παπάς με ένα πανέρι δαφνόφυλλα που σκορπά μέσα στο ναό είναι σαν να φέρνει το μεγάλο μηνυμα.
Τα φύλλα τούτα μάζευαν οι πιστοί και τα έφερναν στα σπίτια τους, προμηνυμα Λαμπρής κι ύστερα τα σκορπούσαν στους κήπους και τα αμπέλια φυλακτό από "πάντα όφεον και σκορπίον"
Για την Ιμβριώτικη οικογένεια το μεγάλο γεγονός του Μεγάλου Σαββάτου ήταν το αρνί, ο "πασχάλιος αμνός". Κάθε νοικοκύρης έσφαζε το αρνί ή το κατσίκι στην αυλή του. Το "μυστήριο" τελούσε ο πατέρας με χειρονομίες επίσημες, σοβαρός και αμίλητος. Το αίμα έκανε αυλάκι. Ηταν η μόνη φορά που δεν άφηναν το σκύλο να το γλείψει, έχυναν νερό να αραιώσει και να το πιεί το χώμα. Τα παιδιά με φανερή περηφάνια παρακολουθούσαν "τα γενόμενα". Υστερα ο πατέρας το ανέβαζε στο σοίτι και το παρέδινε στη νοικοκυρά. Αυτή είχε τη φροντίδα για το ψήσιμο του πασχαλινού αρνιού στοφούρνο είχε μια ιδιαιτερότητα, μοναδική ίσως. Το έψηναν γεμιστό στο φούρνο.
Η νοικοκυρά κατ' αρχήν έπρεπε να υπολογίσει πόσος "γόμος" της χρειάζεται, για να γεμίσει το κουφάρι του αρνιού. Εβραζε τα συκωτάκια και τα άφηνε να κρυώσουν, ύστερα τα έκοβε ψιλά ψιλά και τα ανακάτευε με ρύζι, πρόσθετε ψιλοκομμένα κρεμμυδάκια φρέσκα και τρυφερά, μάλαθρο, δυόσμο, αλάτι πιπέρι και το χυμό ενός λεμονιού. Τα ανακάτευε καλά καλά και ο "γόμος" ήταν έτοιμος. Ετριβε κατόπιν το εσωτερικό του αρνιού με βούτυρο, αλάτι, πιπέρι και λεμόνι και τοποθετούσε μέσα το "γόμο" κατόπιν έραβε με κλωστή το άνοιγμα και το έβαζε στον "ταβά" (=ταψί). Το έτριβε κι επ' έξω, όπως είχε κάνει για το εσωτερικό, έβαζε το ανάλογο νερό και το σκέπαζε με ένα φύλλο ζυμάτι, φλουμάρι, για να μην τ' "αρπάξει" ο φούρνος και καεί, και το έβαζε στο φούρνο.
Το φούρνιζαν στους φούρνους της γειτονιάς 4-5 μαζί, εκλειναν τηνπορτούλα του φούρνου με το "πούμα" και το έχριζαν γύρω γύρω με λάσπη, για να μην φύγει η ζέστη, εκεί το άφηναν όλη νύχτα. Το τι συντελούνταν μέσα στο φούρνο όλη νύχτα, μόνο όσοι έχουν την "έσωθεν μαρτυρία", του φούρνου δηλαδή, αυτοί...ξέρουν!
Η όλη διαδικασία γινόταν με θρησκευτική προσήλωση, γιατί δεν ήταν μόνο το "και φαγόντες ευρανθώμεν", αλλά η ψυχική πανδαισία που υλοποιείται με τη θυσία του "ενιαυτού αμνου", που είναι το σύμβολο της Μεγάλης μέρας.

Read more...

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Μεγάλη Παρασκευή


Αληθινά μεγάλη μέρα! Την μέρα αυτή δεν εκαναν καμιά δουλειά, ολοήμερη και προσευχή. Στις εκκλησίες οι καμπάνες χτυπούσαν νεκρώσιμα, για να θυμίζουν πως είναι μέρα πένθους. Οι μητέρες από πολύ πρωί έφερναν τα παιδιά της στην εκκλησία, για να χαιρετήσουν τον Εσταυρωμένο, και πριν σκύψουν να φιλήσουν τα πόδια του, απόθεταν στην βάση του Σταυρού λουλούδια, πολλά λουλούδια, πρώιμα ανοιξιάτικα, πασχαλιές, βιολέττες, μενεξέδες και ξερό βασιλικό. Ταλουλούδια τούτα τα μοίραζαν οι ιερείς το βράδυ μετά την Αποκαθήλωση στους πιστούς, που έρχονταν να χαιρετήσουν τον Επιτάφιο. Οι νοικοκυρές τα φύλαγαν όλο τον χρόνο στο σπίτι και τα έκαιγαν γιανα "καπνίσουν" τους βασκαμένους και τους δαιμονιζόμενος.
Οσες μητέρες η άδελφές που είχαν ιδιάιτερο λόγο να ανησυχούν για τοπαιδί ή τον αδελφό ή τον άνδρα που ήταν άρρωστος, η στρατιώτης ή ξενιτεμένος, έβγαιναν με άνα καλάθι που είχε μέσα λάδι, κεριά, λίβανο και λουλούδια, προσκυνήσουν σε όλα τα εξωκλήσια που ήταν γύρω στα χωριά. Το απόγευμα, μετα τον Εσπερινό και την Αποκαθήλωση, δεύτερο προσκύνημα στον Επιτάφιο. Καταστόλιστος με λουλούδια. Τον είχαν στολίσει οι κοπέλες του χωριού με πολλή φροντίδα. Έπρεπε να είναι ωραίος, όπως εκείνος ήταν "ωραίος κάλλει παρα πάντας ανθρώπους" Τα παιδιά περνούσαν τρεις φορές σταυρωτά κάτω από τν Επιτάφιο, για να είναι άτρωτα από κάθε κακό όλο τον χρόνο.
Το διάστημα που μεσολαβούσε από τον Εσπερινό ως τον Ορθρο του Μεγάλου Σαβββάτου, το "Ζωή εν τάφω", κορίτσια ανύπαντρα μαζεύονταν γύρω στον Επιτάφιο για να μοιρολογήσουν τον Χριστό, να πουν το μοιρολόγι της Παναγίας "Ω γλυκύ μου Εαρ".
Το δικαίωμα τούτο αποκτούσαν αυτόματα εκείνες οι κοπέλες που όλη την ημέρα την αφιέρωσαν στο στόλισμα του Επιταφίου.
Το μοιρολόγι τούτο με τους άτεχνους αλλά δραματικούς στίχους και την βαθιά συγκινησιακή μελωδία του ιστορεί και εκφράζει όλον τον πόνο και το σπαργμό της "μάνας", είναι ένας αληθινός "Επιτάφιος Θρήνος."

"Σήμερα μαύρος σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι,
για να κρεμάσουν το Χριστό των πάντων Βασιλέα"

Read more...

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Μεγάλη Πέμπτη


Οι τρεις πρώτες μέρες περνούσαν μέσα σε ήπιο κλίμα με τους Νυμφίους, και έφτανε η Μεγάλη Πέμπτη, η "Κόκκιν' Πέφτ'",όπως την λέμε. Την ημέρα αυτή έβαφαν τα κόκκινα αυγά και γι' αυτό τη λένε και "Κόκκιν' Πέφτ'". Τα αυγά τα έβαφαν με ριζάρι, που είναι η κόκκινη ρίζα του φυτού "μπογιά". Γιαποικιλία έβαφαν και λίγα κίτρινα με τρυφερά φύλλα και βλαστάρια αμυγδαλιάς. Τα κόκκινα αυγά συμβολίζουν τα κόκκινα, από το αίμα της καρδιάς, δάκρυα της Παναγιά με το Μονογενή της. Ενα από τα κόκκινα αυγά το κρατούσαν ολοχρονίς, φυλαγμένο στο εικονοστάσι. Σύμβολο της γονιμότητας, το έβαζαν πάνω στην κοιλιά της στείρας γυναίκας, για να "δέσει" παιδί, η της ύποπτης να αποβάλλει, για να "κρατήσει". Το ίδιο έκαναν και στα ζωντανά. Τα παλιά χρόνια, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στόλιζαν ένα φανάρι με βάγιες και έβγαιναν στην γειτονιά και έλεγαν τούτο το τραγούδι:
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα τ'άστρα θλίβονται και το φεγγάρι κλαίγει.
Πάει στην μάνα του ο γιος θολός και βουρκωμένος
και η μάνα του τον ερωτά, κι η μάνα του, του λέει.
- Γιε μου, με τ' άστα μάλωσες, γιε μου με το φεγγάρι,
γιε μου, με τον αυγερινό, που πάει και βασιλεύει
-Μηδέ με τ' άστρα μάλωσα, μηδέ με το φεγγάρι,
μηδέ με τον αυγερινό που πάει και βασιλεύει.
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα και τη βαθιά αυγίτσα,
ακούει τις πόρτες που χτυπούν και τα κλειδιά γυρίζουν.
-Ποιός είν' αυτός, όπου χτυπά την πόρτα μου και τα κλειδιά γυρίζει;
-Εγώ 'μαι ο απόστολος και πρώτος μαθητής σου.
-Δεν είσαι συ ο απόστολος και πρώτος μαθητής μου,
μον' είσαι συ ο διάβολος κι ήρτες ναμε προδώσεις.
Εμείς οι τρεις, οι τέσσερις κι άλλοι δεκτατέσσερις
την πόλη τη γυρίσαμε, το βασιλέ δεν ήβραμε.

Read more...

Μεγάλη Βδομάδα


Η Μεγάλη Εβδομάδα με την πλήρη διάσταση της λέξης "Μεγάλη".
Μεγάλη σε έκταση, αφού η ζωή παρατεινόταν ως αργά τη νύχτα με τις ακολουθίες, που πολλές φορές κρατούσαν ως τα μεσάνυχτα, γι' αυτό και λέγονταν "Αγρυπνίες".
Σε έναν τόπο που όλοι κοιμούνταν νωρίς, για δυο βασικούς λόγους, πρώτα για να ξεκουραστούν από τον μόχθο της ημέρας και δεύτερο για οικονομία, οικονομία στο πετρέλαιο που έκαιγε...η λάμπα!
Η παράταση της εγρήγορσης ως τα μεσάνυχτα ήταν...ξενύχτι!
Μεγάλη και σεβάθος και σε ουσία, γιατί τα διαδραματιζόμενα μπροστά στα μάτια τους, μοναδικό θέαμα της ζωής τους, τους συγκινούσαν και τους προβλημάτιζαν. Έδιναν φτερά στην φαντασία των μικρών, σε βαθμό που την νύχτα να βλέπουν στα όνειρά τους τους "Οβραίους" να κυνηγούν τον Χριστό με ξύλα, φωτιές και ουρλιαχτά!

Read more...

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

οι κούνιες


Κούνια κούνια τω Βαγιώ
ωσπου να ρθει η Λαμπρή
με το κόκκινο τ' αυγό
και με το παχύ τ' αρνί

Κούνια κούνια τω Βαγιώ
τρώνε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή
τρώνε το παχύ αρνί

Βαγιώ και κούνιες ήταν ο αριθμητής και ο παρανομαστής του ίδιου κλάσματος, όπως θα το έλεγε και κάποιος μαθηματικός. Δεν είναι νοητό το ένα δίχως το άλλο. Σε κάθε γειτονιά, όπου υπήρχε μεγάλο δένδρο, στήνονταν μια κούνια. Σε ένα γερό κλώνο, περνούσαν ένα μακρύ σχοινί, την "ζουβιά". Τραβούσαν τις δύο άκρες προς τα κάτω και στο ύψος μιας καρέκλας τις έδεναν κόμπο, αφήνοντας τη μια άκρη ελεύθερη που είχε μάκρος 3-4 μέτρα. Με αυτό έθεταν σε κίνηση την κούνια. Πάνω στον κόμπο, έβαζαν ένα κάθισμα (=μαξιλάρι). Κάθιζαν με τη σειρά ο ένας μετά τον άλλον, προηγούνταν τα κορίτσια, τα αγόρια έκαναν χρέη καβαλιέρου. Το κορίτσι έπιανε με τα χέρια το σχοινί απλ την μια και την άλλη και έπαιρνε το ελεύθερο σχοινί ανάμεσα στα πόδια της. Το αγόρι με επιδέξιους χειρισμούς δεξιά και αριστερά σήκωνε την κούνια ψηλά πέρα δώθε σαν το εκκρεμές. Η κίνηση αυτή είχε ιδιαίτερη χάρη, αλλά είχε και τα ...τυχερά της.
Η κοπέλα είχε την αίσθηση οτι πετούσε και προκαλούσε τον καβαλιέρο της με ξεφωνητά και γέλια κι εκείνος πάλι μαζί με την ικανοποίηση του καλού χειριστή είχε και την κρυφή λαχτάρα, πως ο αγέρας της κούνιας θα σηκώσει το φουστάνι της λίγο πάνω από το ...γόνατο!
Στις κούνιες που έκαναν τα παιδιά γινόταν πόλεμος, ποιος θα ανέβει, κι όταν αυτός που ήταν πάνω δυστροπούσε και δεν ήθελε να κατέβει, τραγουδούσαν όλοι μαζί:
Κούνια κούνια τω Βαγιώ
κι τσι γριας του αγγουνό,
κούνια κούνια σε μαγεύου
κι κουκιά σε μαγειρεύου
Κι αυτός...για να μην τονπιάσουν τα μάγια και πέσει και τσακιστεί, παραχωρούσε την θέση του σε άλλον.
Για την κούνια λέγανε πως η ρυθμική κίνηση και τοπέταγμα στα ψηλα έδιναν γεροσύνη και το σφίξιμο του κορμιού. Από τον φόβο μην πέσει, έσφιγγε την μέση και δεν πονούσε το "θερνό" όταν θέριζαν σκυφτοί όλη μέρα με το λησμονημένο τώρα πια "δρεπάνι".

Read more...

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Τω Βαγιώ


Οι γιορτές του Πάσχα άρχιζαν τη Βαγιοβδομάδα. Βαγιοβδομάδα έλεγαν τη βδομάδα που προηγείτο της Κυριακής των Βαίων και ήταν αφιερωμένη στις προετοιμασίες του Πάσχα.
Το Σάββατο του Λαζάρου, η Λαζαροσάββατο έκλεινε το κύκλος της δουλειάς και άρχιζε η περίοδος της προσευχής. Πρώτο σημάδι πως μπαίναμε στη Μεγάλη Βδομάδα οι βάγιες. Γέμιζαν οι νάρθηκες και οι αυλές των εκκλησιών με καταπράσινα λυγερά βλαστάρια μυρίνας, τα "βάγια". Ολα τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς έφερναν από ένα φορτίο με το ζώο τους βάγιες, έτσι το ήθελε η παράδοση.
Την άλλη μέρα, Κυριακή τω Βαγιώ, όλοι έβγαιναν απ' την εκκλησιά με μια αγκαλιά βάγια.Χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον, χτυπώντας ελαφρά την πλάτη με τα πράσινα κλαδιά, και εύχονταν: " Και του χρόνου και καλό Πάσχα". Μετά το χαιρετισμό οι πρώτοι που δέχονταν τη χαρά του "Ωσαννά" ήταν οι νεκροί. Ολοι επισκέπτονταν τους τάφους των δικών τους και άφηναν πάνω στο "σταυρό" η την "ταφόπετρα" ένα κλαδί βάγιας. Στο σπίτι έκαναν ένα σταυρό με βάγια και τον κάρφωναν στο ανώφλι της πόρτας. Εκεί θα έμενε όλο το χρόνο φυλαχτό από το κακό μάτι και την κακιά ώρα. Ενα κλαδί κρέμαζαν επίσης στην πόρτα του σταύλου, της μάντρας, του κήπου.

Read more...

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Το τραγούδι της Ίμβρου


Την εποχή των πειρατών, κοντά στο '21 την Ίμβρο κατακούρσευαν συνέχεια πειρατές. Από τότε είναι και το παρακάτω τραγούδι:

Πάνω στο βράχο κάθομαι, την θάλασσα κοιτάζω,
γλέπω καράβια στο γιαλό, φρεγάδες κι αρμενίζουν.
Λέγω 'ναι κλέφτες το φορτιό, λέγω Αρβανιτάδες!
Δεν είναι κλέφτες το φορτιό, δεν είν' Αρβανιτάδες,
μον ' είν' ο Μπίνος κι έρχεται κι αυτή η Αποστολάρα,
και 'νι κι ο καπετάν Ζορμπάς με δώδεκα χιλιάδες.
Πατούν τη Νίμπρο, τρια χωριά, παίρν' απ' τα δυο κορίτσια,

παίρν' απ ' το Κάστρο όμορφες κι απ' το Γλυκύ σουλτάνες

κι απ ' την καημέν' την Παναγιά δεν μπόρεσαν να πάρουν,
μόνο την κατακούρσεψαν, την έκαναν λιβάδι.

Τρούμπα μαρίνα έπαιξε και μάζεψε τ' ασκέρι.
_ Μπίνο, για δώσ' μας άδεια μες τα βουνά να βγούμε,
της Παναγιάς τις όμορφες όλες να τις εβρούμε,

σαν αίγες και σαν πρόβατα όλες να μαζευτούνε.
_Πήρε βοριάς, θα φύγουμε...

Read more...

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Κασκαβάλια η αλλιώς τα τυριά της γριάς


Ήταν κάποτε στην Ίμβρο μία γριά που ήταν η πιο πλούσια του νησιού. Στην κυριολεξία δεν ήξερε τι είχε. Από αιγοπρόβατα μέχρι κτήματα και χρήματα.

Οι γεροντότεροι Ίμβριοι διηγούνται ότι τα πρόβατα και τα κατσίκια της ήταν περισσότερα κι από τις πέτρες των βουνών. Οι τσομπάνηδες κι οι παραγιοί της ήταν περισσότεροι από όλους τος υπόλοιπους τσομπάνηδες του νησιού. Σε κάθε γέννα τω ζώων της πήγαινε η ίδια και ξεχώριζε πια θα κρατήσει και πια θα πουλήσει. Κάθε φορά κράταγε 3.000 από τα νεογέννητα "χίλια μίδια, χίλια κούτλα,χίλια με τα κέρατα", δηλαδή χίλια που δεν έχουν μεγάλα αυτιά, χίλια χωρίς κέρατα και χίλια με κέρατα. Οι καλύβες της ήταν πάντα γεμάτες με τυριά, μυζήθρες και βούτηρα. όταν γινόταν πόλεμος, αμέτρητα καράβια έρχονταν στην Ίμβρο κι αγόραζαν από την γριά.

Τότε ο Μάρτης είχε 29 ημέρες κι όχι 31 που ξέρουμε σήμερα. Μία χρονιά στα μέσα του Μάρτη ξέσπασε κακοκαιρία που πάγωσε όλα τα ζώα του νησιού εκτός από της γριάς. Μέχρι και η θάλασσα πάγωσε. Στις 29 που έφευγε ο Μάρτης η γριά τον κορόιδεψε λέγοντας ότι μπήκε, βγήκε, χάλασε τον κόσμο, όμως τα ζώα της την γλύτωσαν. Θύμωσε ο Μάρτης και δανείστηκε 2 ημέρες από τον αδελφό του Φλεβάρη (ο οποίος έμεινε με 28 ημέρες μέχρι σήμερα). Έτσι εκείνο το βράδυ ο Μάρτης άρχισε το χιόνι και την παγωνιά κι όλα τα ζώα της γριάς πάγωσαν εκτός από τα 3.000 νεογέννητα που πρόλαβε να τα τυλίξει η γριά με χοντρά κιλίμια.

Η γριά όταν είδε αυτό το κακό τρελάθηκε, θύμωσε με τον Θεό και έβαλε τα τυριά της το ένα πάνω στο άλλο, για να φτιάξει σκαλοπάτια μέχρι τον ουρανό για να Τον επιπλήξει. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβεια και το θράσος της γριάς και την μετέτρεψε κι αυτή και τα τυριά της σε πέτρα. Τα τυριά της όπως βλέπεται στην φωτογραφία παραμένουν μέχρι σήμερα στοιβαγμένα στον γιαλό.




http://imvroslanguage-customs.blogspot.com/2010/03/blog-post_19.html

Read more...

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

θεραπεία...


Το ξέρω οτι είναι Σαρακοστή και δεν κάνει να μιλάμε γι' αυτά, όμως ήταν και αυτά μέσα στη ζωή. Μιας και το θυμήθηκα θέλω να σας το πω.
Είχα ένα φίλο που λέτε, τον Σταύρο τον Τσιμπλή.
Αυτός όταν ήταν μικρός, υπέφερε ο καημένος από μια αρρώστια που κρατούσε πολύ καιρό. Μη με ρωτήσετε να σας πω τι ήταν γιατί σίγουρα δεν ξέρω, κανείς μας δεν ήξερε.
Μια μέρα το λοιπόν, η γιαγιά και η μάνα του τον κατέβασαν στο γιαλό. Εκεί του έβγαλαν την φανέλα του, το πάνω εσώρουχο, και καθισμένες στην άμμο, η πάνω σε μια πέτρα, εκεί που σκάει το κύμα στην ακροθαλασσιά, βουτούσαν το ρούχο στην θάλασσα σαράντα φορές, σε σαράντα κύματα. Παρακαλούσαν να σβήσει η αρρώστια από το άρρωστο παιδί τους όπως σβήνει το κύμα στη στεριά.
Οταν έφευγαν, έπρεπε να μη γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω τη θάλασσα, εκεί που άφησαν το "κακό".
Η αλήθεια είναι οτι ο Σταύρος είναι σήμερα κάπου στην Αυστραλία. Ζει και βασιλεύει.
Τι είδους αρρώστια ήταν, τι έγινε κανείς δεν ξέρει.
Την πήραν τα "σαράντα κύματα".
Μεταξύ μας, όχι μόνο του Σταύρου αλλά και ένα σωρό άλλα παιδιά ακολουθησαν αυτή τη "θεραπεία" μεταξύ αυτων και εκείνος που γράφει τούτες τις γραμμές...

Read more...

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

τα κόλλυβα του Αι Θόδωρου


Το πρώτο Σάββατο της Μεγάλης Σαρακοστής έκαναν τα γνωστά παντού κόλλυβα των Αγίων Θεοδώρων. Απ΄αυτά οι κοπέλες έπαιρναν μερικά κουκιά, τα έδεναν στο μαντηλάκι τους και τα έβαζαν τη νύχτα κάτω από το μαξιλάρι τους, για να ονειρευτούν ποιον θα παντρευτούν, όπως κάνουν και στους γάμους με τα κουφέτα της νύφης.
Επίσης αν κανένα δένδρο δεν κάρπιζε, έδεναν σε ένα πανάκι λίγα κόλλυβα, "τ' Αγιου Θουδώρ", και τα κρέμαζαν σε ένα κλώνο, για να δέσει το δένδρο καρπό, όπως έκαναν για τις συκιές, στις οποίες κρέμαζαν μια αρμαθιά "ορνιούς", πρώιμα άγρια σύκα. Και για τούτο ίσως υπάρχει κάποια σχέση, όπως η ομοιογένεια, για να γίνεται η γονιμοποίηση των μεν από τα δε, στα κόλλυβα όμως; τι σχέση μπορούν να έχουν τα κόλλυβα με τα ροδάκινα, τα ρόδια, τ΄αμύγδαλα καιτους άλλους καρπούς; Αυτό μένει η έρευνα της παράδοσης να το δείξει...

Read more...

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

"μάρτης"


Νηστεία και στις 9 του Μάρτη, για να τιμήσουν τους Σαράντα Μάτυρες. Αντί γοργόπιτες έκαναν τηγανίτες από χυλό σε μέγεθος μικρής παλάμης και τις έψηναν με λάδι στο τηγάνι(τηγανίτες), έρχναν επάνω μπόλικο μέλι και τις μοίραζαν με τα πιάτα. Εκαναν επίσης και "σαραντακούλουρ΄κα", κλίκια των Σαράντα. Ήταν σαν τα γνωστά κουλουράκια σε σκχήμα κύκλου, η διπλά, σε σχήμα 8.
Άλλοτε τα έψηναν στο τηγάνι, όπως τις τηγανίτες και άλλοτε στο φούρνο. Τα περνούσαν τρία τρία σε κλωστή στριμμένη άσπρο κόκκινο, που την έλεγαν "μάρτη" και τα μοίραζαν στα παιδιά. Ελεγαν γι' αυτά: " Σαράντα να φας, σαράντα να πεις , σαράντα να δώσεις για την ψ' χή σ".
Από την ίδια κλωστή, τον "μάρτη" εκαναν κι από ένα βραχιολάκι στο χέρι κάθε παιδιού που το φορούσε όλο το Μάρτη, για να μην το μαυρίσει ο μαρτιάτικος ήλιος!
Στο τέλος του μήνα το έβγαζαν και το έκρυβαν στο χώμα η κάτωαπό μια πέτρα και περίμεναν τι δώρο θα τους φέρει η άλλη μέρα. Τη νύχτα πήγαιναν οι μεγάλοι και κάτι έβαζαν, ένα μικρό δωράκι, συνήθως μια αρμαθιά πολύχρωμα χάντρα, και την άλλη μέρα οι μικροί είχαν πανηγύρι. Η κρέμαζαν τον "μάρτη" στη ροδιά κι έλεγαν, σαν το ρόδι να γίνει το πρόσωπο τους.

Read more...

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

θυμόταν η γριά το τριήμερο


To πρώτο γεύμα που έτρωγαν οι γριές μετά το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας ήταν το "Ματσ", ένα σοφό παρασκεύασμα για το άδειο στομάχι και τον εξαντλημένο από την πείνα οργανισμό. Με ζύμη απο σιταρένιο αλεύρι άνοιγαν πλατιά και μεγάλα φύλλα, τα "φλουμάρια" και τα άπλωναν να στραγγίσσουν. Τα έκοβαν ύστερα σε ψιλά ψιλά κομματάκια με το χέρι και τα έβαζαν με νερό και μέλι, έκαναν δηλαδή ένα είδος μελόσουπας. Ζύμωναν επίση, μικρά σταρένια ψωμάκια, "γουργόπιτες", τα έκοβαν σε τέταρτα, τα άλειφαν με μέλι και τα μοίραζαν στην γειτονιά.
Γιατί την μελόπιτα την έλεγαν"ματσ", δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, πλην ου πολυτεμαχισμού των "φλουμαριών" γιατί στην Ίμβρο, όταν λέγαμε οτι ένα πράγμα έγινε πολλά μικρά κομματάκια, λέγαμε: "έγινε μάτσια"
Από την τριήμερη αυτή νηστεία που κρατούσαν οι γριές, τρεις ολόκληρες μέρες, βγήκε ο λόγος "θυμόταν η γριά το τριήμερο", γιατί μια τριήμερη "απεργία πείνας" κι αν δεν έχει μέσα της το στοιχείο της διαμαρτυρίας, είναι οπωσδήποτε μια οδυνηρή εμπειρία, που δεν ξεχνιέται εύκολα. Γι' αυτό αν κάποιος επιχειρούσε να κάνει κάτι, για το οποίο άλλοτε μετάνοιωσε έλεγαν: "θυμόταν η γριά το τριήμερο"!

Read more...

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Καθαρά Δευτέρα


Την Καθαρή Δευτέρα, πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής, όσα σκεύη και δοχεία χρησιμοποίησηαν τις Απόκριες, τα έπλυναν με "αλ'σιά" (αλυσίβα), που την έκαναν με στάχτη, για να είναι ο καθαρισμός τέλειος, ούτε μυρωδιά πασχαλιάτικου φαγητού.
Κάθε Σαρακοστή δεν ήταν απλά μια χρονική περίοδος που προηγείτο ενός σημαντικού θρησκευτικού γεγονότος, όπως η Μεγάλη Σαρακοστή, το Πάσχα, το Σαρανταήμερο, τα Χριστούγεννα κι ο Δεκαπενταύγουστος της Παναγίας, αλλά ήταν ένας κύκλος ημερών, μέσα στον οποίο η ζωή κυλούσε με έναν άλλο ρυθμό διαφορετικό από τον άλλο χρόνο με κυριαρχο στοιχείο τη νηστεία. Σαρακοστή και νηστεία ήταν ταυτόσημα και η νηστεία ήταν ουσία ζωής και όχι τύπος.
Θυμάμαι τα χρόνια της γιαγιάς, πως τηρούσαν την νηστεία που σήμερα αν και δεν είναι μακρινή εποχή εκείνη, να μας φαίνεται απίστευτο.
Πολλοί μάλιστα, ηλικιωμένοι και γυναίκες, δεν έτρωγαν κρέας και ψάρι όλη τη Σαρακοστή, και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, όχι μόνο καμιά ζωοτροφή αναίμακτη, γάλα, τυρί, βούτυρο, αυγά και άλλα, όμως ούτε λάδι έτρωγαν.
Πολλές γριές, τις τρεις πρώτες μέρες της Μεγάλης Σρακοστής, Καθαρά Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, δεν έβαζαν στο στόμα τους ούτε ψωμί. Κρατούσαν το λεγόμενο "τριήμερο".

Συνεχίζεται...

Read more...

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Αλλες φιγούρες αποκριάτικες


Άλλη φιγουρα ήταν ένας ζευγολάτης με δύο παλικάρια στο ζυγο για βόδια, που σέρνουν το ξύλινο αλέτρι, ορφώνει τους δρόμους και τις αυλές, κι ένας από πίσω με ένα σακί ρίχνει σπόρο. Οι δυο αυτές φιγούρες, οι τόσο απλές και ανθρώπινες, νομίζω πως δεν είναι τυχαίες εφευρέσεις. Θαρρώ πως έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα, πως συμβολίζουν δηλαδή τον ερχομό του ανθρώπου στον κόσμο και τον αγώνα του για την επιβίωση του.

Μια άλλη διασκεδαστική φιγούρα ήταν η "Καμήλα". Οι δυο που ήταν κάτω από τον μανδύα, μια λινάτσα ή ένα σεντόνι, έτσι καθώς περπατούν στα τυφλά, δεν μπορούν να συντονίσουν την πορεία του, σκαμπανεβάζουν μπρος πίσω και μοιάζει σαν να έχει πεισμώσει η Καμήλα και δεν πάει, κι ο καμηλιέρης βγάζει την σκούφια του και τη δαγκώνει κι όλοι σκάζουν στα γέλια.

Τσιγγάνες με παρδαλά ρούχα πουλούν καλάθια και σιδερικά, που φτιάχνουν οι τσιγγάνοι, τσάπες, σκάρες, πυροστιές, και μασιές, βλέπουν και τιςμοίρες και λεν στον καθένα τα...κακά της μοίρας του!

Αυτά και άλλα πολλά, αυτοσχέδια η που ήταν έμπνευση της στιγμής...και γινόταν χαλασμός!

Συνεχίζεται...

Read more...

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

"Tράγοι" και "Αρκούδες"


Η μεγάλη φιέστα ήταν οι "Τράγοι" και οι "Αρκούδες".
Τα πρώτα παλικάρια ντύνονταν με δέρματα τράγων και σκόυφια μαλλιαρή από το ίδιο δέρμα. Έβαφαν το πρόσωπο και τα χέρια με μουντζούρα λιωμένη στην "λίγδα" ( χοιρινό λίπος) και μόνο τα μάτια και τα δόντια τους άσπριζαν. Στην μέση της έδεναν πολλά κουδούνια και καθώς έτρεχαν δονούσαν την ατμόσφαιρα και προκαλούσαν πανδαιμόνιο. Κάθε τράγος συνοδευόταν από έναν"τραγάρη" η "Αρκουδιάρη". Είχε δεμένο τον τον Τράγο από τη μέση με μακρύ σχοινί. Ολόμαυρος κι αυτός μ' ένα γιλέκο ως τα γόνατα από τραγίσιο δέρμα. Στο χέρι του κρατούσε ένα ραβδί, για να επαναφέρει στον ίσιο δρόμο τον Τράγο, όταν το παράκανε.
Ο Τράγος ορμούσε ακάθεκτος στα μπουλούκια των μεταμφιεσμένων και οι γυναίκες έβρισκαν κυριολεκτικά τον μπελά τους! Τότε επενέβαινε ο σύντροφος με το ραβδί, για να τον επαναφέρει...στην τάξη!
Γυναίκες ντυμένες άνδρες ασκούσαν επιδεικτικά τον ρόλο του αρσενικού πάνω στις άλλες γυναίκες, οι οποίες μη ξέροντας ποιος κρύβεται κάτω από το σκεπασμένο πρόσωπο δαιμονίζονταν και αμύνονταν...καλού κακού.
********
Η μαμή και η έγκυος ήταν άλλη φιγούρα. Η μαμή προσπαθούσε να ξεγεννήσει τη γυναίκα, αλλά ο τοκετός ήταν δύσκολος. Η μάνα βογγούσε και ξεφώνιζε, η μαμή τραβούσε τα μαλλιά της. Κάποτε γεννιόταν το μωρό, ένα μαξιλάρι φασκιωμένο. Το σήκωνε ψηλά η μαμή, αυτό τσίριζε κι εκείνη το χόρευε και του τραγουδούσε!

Συνεχίζεται...

Read more...

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Οι Απόκριες


Οι Αποκριές ήταν μια ευκαιρία για γλέντι και ξεφάντωμα. Φαγοπότι,τραγούδια, χορούς. Κάθε σπίτι εφοδιαζόταν με άφθονο κρέας, συνήθως ένα σφαχτό ολόκληρο, και πίτες, πολλές πίτες: κρεατόπιτες, τραχανοόπιτες, τυρόπιτες, ολοκυθόπιτες, και ζεματιστές. Το ¨μαντί" ειδική ιμβριώτικη σπεσιαλιτέ κρεατόπιτα σε μπουκιές, ήταν "μπουκιά και συγχώριο" που λένε.
Το τραπέζι δεν σηκωνόταν όλη μέρα, "οσοι πιστοί...". Εμπαιναν οι παρέες, έτρωγαν, έπιναν και όταν το σπίτι γέμιζε, έφευγαν οι πρώτοι, για να δώσουν την θέση τους στους καινούργιους. Το κρασί με το λαγήνι δίπλα στο τραπέζι, κερνούσαν με την κούπα η το κανάτι. Το σύνθημα ήταν : "Ασπρο πάτο" και όποιος δεν το έπινε, όσο περίσσευε από την κερασιά, το λουζόταν. Νερό δεν έπιναν, "όποιος πίνει νερό κάνει ψείρες(!") έλεγαν. Η ατμόσφαιρα ήταν κορεσμένη από οινόπνευμα κι έφτανε μια σπίθα ν΄ανάψει φωτιά και να "καεί το πελκούδι".
Οι μεταμφιεσμένοι, μουτζούνες" η "μπούλες" όργωναν τα χωριά. Λογιώ λογιώ ρούχα παρδαλά, ρούχα του παππού και της γιαγιάς, χρόνια ξεχασμένα στα μπαγούλα, έβγαιναν και μαζί οι λησμονημένοι πρόγονοι έπαιρναν μέρος σε τούτη την τρελή γιορτή και ξαναζούσαν μαζί μας.
Οι μεγάλη φιέστα ήταν οι "Τράγοι" η "οι Αρκούδες".

Συνεχίζεται.....

Read more...

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Αγέρας του Γενάρη από την Ίμβρο!



1.jpg



3.jpg


Ιμβριώτικος αγέρας του Γενάρη πήρε να φυσάει στο "σπιτικό" μου. Πριν μια εβδομάδα μια φίλη ήταν εκεί και μου έφερε τα δώρα της πατρίδας. Μια γεύση να περάσω και σε σας αγαπητοί επισκέπτες, μια γεύση. Αφήνω για μένα τις θύμησες.

Read more...

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

κατα λάθος ελληνική...

Δεν πειράζει! Έτσι είναι τα όνειρα, κρατάνε λίγο, σου φανερώνουν πως έπρεπε να είναι τα πράγματα, πως είναι η ευτυχία και ύστερα σε αφήνουν με εκείνη την ιδιαίτερη γεύση στην ψυχή, που ώρες ώρες σε μελαγχολεί.

Διάβασα στο Βήμα την ακόλουθη είδηση, και χάρηκα...χάρηκα...φαντάστηκα πως ήταν αλήθεια...

Χαρίζει τη νήσο Ιμβρο στην Ελλάδα ο κεντρικός χάρτης του ευρωπαϊκού τουριστικού κόμβου visiteurope.com που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τουρισμού και έχει ως στόχο την προβολή και ανάπτυξη του τουρισμού στην Ευρώπη. Φυσικά δεν είναι ούτε αποτέλεσμα της δράσης κάποιου περίεργου δακτύλου ούτε περίπτωση διαδικτυακής προβοκάτσιας... Απλώς πρόκειται περί λάθους στον χρωματισμό του χάρτη. Λάθους που θα μπορούσε να έχει συμβεί και σε άλλες περιοχές, χαρίζοντας λ.χ. τη Λήμνο, τη Σάμο ή τη Ρόδο στην Τουρκία... Σημασία έχει ότι αυτό το λάθος δεν εντοπίστηκε νωρίς, στα προσχέδια του χάρτη, αλλά διατηρήθηκε και δημοσιοποιήθηκε λόγω του ελλιπούς ελέγχου όχι μόνο από τους υπευθύνους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τουρισμού αλλά και από τους εντόπιους αρμοδίους του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, ο οποίος είναι μέλος της και στον δικτυακό τόπο του οποίου παραπέμπει ο εσφαλμένος χάρτης.

Δεν είναι ύπέροχο;; Οχι, δεν είναι;;;

Σήμερα είμαι με την άλλη, την ξεχωριστή κατάσταση, όπου το όνειρο έχει τελειώσει, και ζεις (!) ξανά, αλλού και όχι στο σπιτικό σου...

Read more...

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

ταξιδι μέχρι τον Βόσπορο

Σήμερα η καρδιά έχει ανάγκη από ταξίδι.
Είναι φορές που βαλαντώνει και θέλει να πετάξει.
Μέχρι τον Βόσπορο..

Read more...

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Παπαντί καπαντί


Όλο το Δωδεκαήμερο, που λέγεται και "Χ'στόσκουλα", δεν υπήρχε καθημερινή και σκόλη. Ήταν ένα συνεχές πανηγύρι. Το κρασί το έφερναν με το λαγήνι από το κατώγι στις "τάβλες" (=τραπεζώματα). Οι παρέες, μικρές και μεγάλες, συνέχιζαν τις επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι, μέρα και νύχτα. Τα όργανα έπαιζαν στις γειτονιές, στις αυλές, στα σπίτια, στα καφενεία, στους δρόμους. Παντού χοροί καιτραγούδια, παντού χαρά και κέφι ατελείωτο.
Θα μπορούσε εδώ να παρατηρήσει κανείς, πως στο χαρακτήρα και στην συμπεριφορά των Ιμβρίων υπάρχει κάποια αντινομία: από τη μιά βαθιά πίστη και προσήλωση στα θεία κι από τηνάλλη πηγαία διάθεση γιαγλέντι και ξεφάντωμα που καμιά φορά γινόταν παραλήρημα, ποτέ όμως χυδαίο και εγκληματικό.
Και όμως η σύζευξη των δυο φαινομενικά αντίθετων πόλων είναι απόλυτα φυσιολογική, όπως η ταύτιση σε πολλά σημεία εκδηλώσεων του αρχαίου κόσμου με το σύγχρονο, όπως η σχέση πατέρα και γιού, του Δία και του Διόνυσου.
Έτσι τέλειωναν οι γιορτές του Δωδεκαημέρου, αλλά τα πανηγύρια συνεχίζονταν όλο το Δεκέμβρη και το Γενάρη, που έχουν μια ολόκληρη αλυσίδα γιορταστικές μέρες κι έκλειναν με αποκορύφωμα τις γιορτές του Αι Τρυφου, του προστάτη των αγροτών, και της Υπαπαντής. "Παπαντή, καπαντί", έλεγαν, η Υπαπαντή τα έκλεισε κι άρχιζε με τον ερχομό της άνοιξης η δουλειά για τον καινούργιο χρόνο.

Read more...

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Ανήμερα τα Φώτα



Ανήμερα τα Φώτα, μετά τη λειτουργία, ο Μεγάλος αγιασμός. Η τελετή του αγιασμού γινόταν στις βρύσες και μόνο στο Κάστρο που ήταν το λιμάνι του νησιού, έριχναν τον Σταυρό στην θάλασσα. Τα θαλασσολυκόπουλα έπεφταν στα παγωμένα νερά να τον πιάσουνε. Ο παπας πετούσε ο σταυρό στην θάλασσα λεύτερα και με όση δύναμη είχε και το "ψάρεμα" δεν ήταν δουλειά του καθενός γι' αυτό όσοι είχαν το κουράγιο να κάνουνε το παγωμένο βάφτισμα μοιράζονταν εξίσου με αυτόν που τον ανέβαζε καιτην τιμή και την περηφάνεια και τα χρήματα. Γιατί η παρέα μετα την τελετή έβαζε το Σταυρό σε έναν δίσκο και τον περιέφερε σε όλο το νησί και καθένας που τον χαιρετούσε έδινε ένα γερό μπαξίσι στα άφοβα παιδιά. Αυτά γίνονταν στο Κάστρο.
Στα άλλα χωριά η πομπή με τον κλήρο, τα εξαπτέριγα και την εικόνα της Βάφτισης μπροστά, ξεκινούσε από την εκκλησία για μια βρύση σκεπαστή. Πίσω ακολουθούσε όλος ο λαός. Ένας κόσμος χαρούμενος και γελαστός, ένας κόσμος ξέγνοιαστος και αισιόδοξος.
Σήμερα ήταν ανοιχτά τα ουράνια, όλοι είχαν ξαστερο το νου και τις πόρτες της καρδιάς ανοιχτές. Δεν είχανε τίποτα να κρύψουνε από το Θεό και ήθελαν να είναι ανοιχτός ο δρόμος, έτσι που όλες οι ευχές και οι λαχτάρες τους να φτάσουν λέφτερες και να προλάβουν ανοιχτές τις Πύλες του Ουρανού!
Για τους απλούς νησιώτες του ξωμάχους και τους θαλασσοδαρμένους δεν ήταν ένα τυπικό χρέος αυτό, δεν ήταν μια πορεία, μια τελετή, αλλά συμμετοχή σε μια μυσταγωγία. Τα Φώτα φωτίζονται τα νερά, λέν οι θαλασσινοί, αρχίζει η προσδοκία για καλές και γαλήνιες μέρες, που είναι απαραίτητες για την δουλειά στην θάλασσα. Μα και για τους στεριανούς τα Φώτα είναι μέρα με σημασία. Από το τι καιρό θα κάνει τη μέρα αυτή, θα εξαρτηθεί η καλοχρονιά η όχι. Αν θα έχει καλή σοδειά και αν η συγκομιδή τωνκαρπών θα είναι καθαρή, που θα πει πως η απόδοση τους δεν θα είναι μειωμένη.

Σήμερα είναι ο Φωτός π' αγιάζουνε τον κόσμο
καιοι παπάδες περπατούν με το σταυρό στο χέρι
και μπαίνουν μες τα σπίτια μας και λεντον Ιορδάνη,
βοήθεια να έχουμε τον μέγα Ιωάννη.
Φέρτε πανέρια κάστανα, πανέρα λεφτοκάρυα,
φέρτε και το γλυκό κρασί να πιουν τα παλικάρια.
Αν έχεις γρόσια δίνετα, φλουριά μην τα λυπάσαι,
να τάχεις στον Παράδεισο σεντόνια να κοιμάσαι.

Read more...

Τα Φώτα


Τρίτη κατα σειρά μεγάλη γιορτή του Δωδεκαημέρου είναι "του Φουτώ", τα Φώτα.
Παραμονή, πάλι στο προσκήνιο οι Καλικάντζαροι. Την παραμονή των Χριστουγέννων, όπως είπαμε, οι νοικοκυρές σκορπούσαν τη στάχτη γύρω στο σπίτι, για να κάμουν φράχτη, όμως οι αφορισμένοι πάντα έβρισκαν τον τρόπο να τρυπώσουν. Κονάκιαζαν μέσα στην "μπατζιά" (=την καπνοδόχο) του τζακιού όλο το Δωδεκαήμερο και ευφραίνονταν με τιςμυρωδιές που έβγαιναν από το κρέας που φήνονταν στα κάρβουνα της "γωνιάς"(=τζακιού). Λιγούρηδες όπως είναι καμιά φορά έκαναν απόπειρα να πλησιάσουν την σκάρα και να δοκιμάσουν κι αυτοί, αλλά φοβούνταν τοναναμμένο δαυλό μη τους καψαλιάσει, μα δεν τα βάζαν κάτω. Ανεβοκατέβαιναν ανήσυχοι μέσα στην μπατζιά, να βρουν ευκαιρία να τσιμπήσουν κι όταν δεν τα κατάφερναν γίνονταν προκλητικοί και θρασείς.

Άλλοτε παρακαλούσαν κι έλεγαν:
Για πίτα, για λουκάνικο,
γι' απ' την πλευρή κομμάτα
κι από την σφίδα που άνοιξες
κι μας καμιά κανάτα.

Και άλλοτε απειλούσαν:
Δο' μι νήμα, δο μι ξύλα,
μη σε μπήξω στη λανάρα
και σε πάγω στο γιαλό
και σε φαν' τα μάυρα ψάρια
και το αρμυρό νερό.

Αλλά κάποτε πρέπει να φύγουν, να γυρίσουν στον δικό τους κόσμο. Την παραμονή των Φώτων το κονάκι τους, το τζάκι, θα πάρει φωτιά. Καλά καλά πριν ξημερώσει, απ' όλα τα τζάκια έβγαιναν πελώριες φλόγες κόκκινες και ύστερα μαύρος καπνός. Οι νοικοκυρές έβαζαν φωτιά, για να κάψουν την καπνιά που μαζεύτηκε όλο τοχρόνο, και οι Καλικάτζαροι "φωτιά στα¨μπατζάκια τους" που λένε. Μπροστά στον κίνδυνο, πηδουν από τις καπνοδόχες κι όπου φύγει φύγει. Μόνο, ώρα κακιά και τούτη για τους κυνηγημένους από την φωτιά! Άλλος οχτρός και τούτος πιο φοβερός από τον αναμμένο δαυό και τη φωτιά:Ο παπάς! Αυτή την ώρα βγαίνει ν' αγιάσει τα σπίτια. Πανικός στο ασκέρι των Καλικατζάρων.
Αλλά, σαν σου έρθει ένα καλό, περίμενε κι άλλο. Ύστερα από τη φωτιά και τον παπά, ο πετεινός! Η φωνή του την αυγή που προμυνά τον ερχομό του ήλιου, συνεγείρει όλα τα δαιμόνια και τα τελώνια και όλους τους εξωαποδώ της νύχτας, να γίνουν άφαντοι και να αφήσουν ήσυχους τους ανθρώπους.

Συνεχίζεται....

Read more...

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

το αμίλητο νερό


Την αυγή, πριν καλά καλά ξημερώσει, άδειαζαν τις λαγήνες - δεν έπιναν το νερό της προηγούμενης... χρονιάς - και πήγαιναν στην βρύση οι κοπέλες να πάρουν το αμίλητο νερό. Πριν γεμίσουν, έριχναν μια πέτρα στη γούρνα. ΄Ηταν το ποδαρικό. Το ποδαρικό ήταν μια συμβολική πράξη, που εξέφραζε μια ευχή, κι αυτό για τη βρύση σήμαινε να τρέχει πάντα, να μην στερέψει ποτέ. Γύριζαν οι γυναίκες με γεμάτο λαγήνι, δίχως να μιλήσουν σε άνθρωπο, αν τύχαινε να συναντήσουν στον δρόμο τους. Αν στον δρόμο ήταν και κανένα συγγενικό η φιλικό σπίτι, έριχναν λίγο από το αμίλητο νερό στο κατώφλι τους, άνοιγαν την πόρτα τους, πετούσαν μέσα μια πέτρα και έφευγαν αμίλητες όπως ήρθαν. Τους έκαναν δηλαδή το ποδαρικό, ναναι η ζωή σαν το νερό της πηγής και η γεροσύνη τους σαν την πέτρα. Στο σπίτι τους έκαναν το ίδιο και τέτε μοναχά μιλούσαν:

Κ α λ ή χ ρ ο ν ι ά!

Ποδαρικό στο σπίτι του έκανε και ο νοικοκύρης, μόνο που αυτός έφερνε μια πέτρα από τον ποταμό σκεπασμένη με βρύα, ναναι αφθονα τα αγαθά στο σπίτι του σαν την βρυασμένη πέτρα. Και ηοικοδέσποινα ξεκρέμαζε από το "διατόνι" ( ένα ξύλινο δοκάρι) ένα ρόδι, το χτυπούσε με δύναμη στο πάτωμα. Το ρόδι έσκαζε και το σπίτι γέμιζε...ρουμπίνια, κι εύχονταν έτσι ναναι γεμάτο το σπίτι όλο το χρόνο.

Read more...