Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

"μάρτης"


Νηστεία και στις 9 του Μάρτη, για να τιμήσουν τους Σαράντα Μάτυρες. Αντί γοργόπιτες έκαναν τηγανίτες από χυλό σε μέγεθος μικρής παλάμης και τις έψηναν με λάδι στο τηγάνι(τηγανίτες), έρχναν επάνω μπόλικο μέλι και τις μοίραζαν με τα πιάτα. Εκαναν επίσης και "σαραντακούλουρ΄κα", κλίκια των Σαράντα. Ήταν σαν τα γνωστά κουλουράκια σε σκχήμα κύκλου, η διπλά, σε σχήμα 8.
Άλλοτε τα έψηναν στο τηγάνι, όπως τις τηγανίτες και άλλοτε στο φούρνο. Τα περνούσαν τρία τρία σε κλωστή στριμμένη άσπρο κόκκινο, που την έλεγαν "μάρτη" και τα μοίραζαν στα παιδιά. Ελεγαν γι' αυτά: " Σαράντα να φας, σαράντα να πεις , σαράντα να δώσεις για την ψ' χή σ".
Από την ίδια κλωστή, τον "μάρτη" εκαναν κι από ένα βραχιολάκι στο χέρι κάθε παιδιού που το φορούσε όλο το Μάρτη, για να μην το μαυρίσει ο μαρτιάτικος ήλιος!
Στο τέλος του μήνα το έβγαζαν και το έκρυβαν στο χώμα η κάτωαπό μια πέτρα και περίμεναν τι δώρο θα τους φέρει η άλλη μέρα. Τη νύχτα πήγαιναν οι μεγάλοι και κάτι έβαζαν, ένα μικρό δωράκι, συνήθως μια αρμαθιά πολύχρωμα χάντρα, και την άλλη μέρα οι μικροί είχαν πανηγύρι. Η κρέμαζαν τον "μάρτη" στη ροδιά κι έλεγαν, σαν το ρόδι να γίνει το πρόσωπο τους.

Read more...

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

θυμόταν η γριά το τριήμερο


To πρώτο γεύμα που έτρωγαν οι γριές μετά το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας ήταν το "Ματσ", ένα σοφό παρασκεύασμα για το άδειο στομάχι και τον εξαντλημένο από την πείνα οργανισμό. Με ζύμη απο σιταρένιο αλεύρι άνοιγαν πλατιά και μεγάλα φύλλα, τα "φλουμάρια" και τα άπλωναν να στραγγίσσουν. Τα έκοβαν ύστερα σε ψιλά ψιλά κομματάκια με το χέρι και τα έβαζαν με νερό και μέλι, έκαναν δηλαδή ένα είδος μελόσουπας. Ζύμωναν επίση, μικρά σταρένια ψωμάκια, "γουργόπιτες", τα έκοβαν σε τέταρτα, τα άλειφαν με μέλι και τα μοίραζαν στην γειτονιά.
Γιατί την μελόπιτα την έλεγαν"ματσ", δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, πλην ου πολυτεμαχισμού των "φλουμαριών" γιατί στην Ίμβρο, όταν λέγαμε οτι ένα πράγμα έγινε πολλά μικρά κομματάκια, λέγαμε: "έγινε μάτσια"
Από την τριήμερη αυτή νηστεία που κρατούσαν οι γριές, τρεις ολόκληρες μέρες, βγήκε ο λόγος "θυμόταν η γριά το τριήμερο", γιατί μια τριήμερη "απεργία πείνας" κι αν δεν έχει μέσα της το στοιχείο της διαμαρτυρίας, είναι οπωσδήποτε μια οδυνηρή εμπειρία, που δεν ξεχνιέται εύκολα. Γι' αυτό αν κάποιος επιχειρούσε να κάνει κάτι, για το οποίο άλλοτε μετάνοιωσε έλεγαν: "θυμόταν η γριά το τριήμερο"!

Read more...

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Καθαρά Δευτέρα


Την Καθαρή Δευτέρα, πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής, όσα σκεύη και δοχεία χρησιμοποίησηαν τις Απόκριες, τα έπλυναν με "αλ'σιά" (αλυσίβα), που την έκαναν με στάχτη, για να είναι ο καθαρισμός τέλειος, ούτε μυρωδιά πασχαλιάτικου φαγητού.
Κάθε Σαρακοστή δεν ήταν απλά μια χρονική περίοδος που προηγείτο ενός σημαντικού θρησκευτικού γεγονότος, όπως η Μεγάλη Σαρακοστή, το Πάσχα, το Σαρανταήμερο, τα Χριστούγεννα κι ο Δεκαπενταύγουστος της Παναγίας, αλλά ήταν ένας κύκλος ημερών, μέσα στον οποίο η ζωή κυλούσε με έναν άλλο ρυθμό διαφορετικό από τον άλλο χρόνο με κυριαρχο στοιχείο τη νηστεία. Σαρακοστή και νηστεία ήταν ταυτόσημα και η νηστεία ήταν ουσία ζωής και όχι τύπος.
Θυμάμαι τα χρόνια της γιαγιάς, πως τηρούσαν την νηστεία που σήμερα αν και δεν είναι μακρινή εποχή εκείνη, να μας φαίνεται απίστευτο.
Πολλοί μάλιστα, ηλικιωμένοι και γυναίκες, δεν έτρωγαν κρέας και ψάρι όλη τη Σαρακοστή, και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, όχι μόνο καμιά ζωοτροφή αναίμακτη, γάλα, τυρί, βούτυρο, αυγά και άλλα, όμως ούτε λάδι έτρωγαν.
Πολλές γριές, τις τρεις πρώτες μέρες της Μεγάλης Σρακοστής, Καθαρά Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, δεν έβαζαν στο στόμα τους ούτε ψωμί. Κρατούσαν το λεγόμενο "τριήμερο".

Συνεχίζεται...

Read more...

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Αλλες φιγούρες αποκριάτικες


Άλλη φιγουρα ήταν ένας ζευγολάτης με δύο παλικάρια στο ζυγο για βόδια, που σέρνουν το ξύλινο αλέτρι, ορφώνει τους δρόμους και τις αυλές, κι ένας από πίσω με ένα σακί ρίχνει σπόρο. Οι δυο αυτές φιγούρες, οι τόσο απλές και ανθρώπινες, νομίζω πως δεν είναι τυχαίες εφευρέσεις. Θαρρώ πως έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα, πως συμβολίζουν δηλαδή τον ερχομό του ανθρώπου στον κόσμο και τον αγώνα του για την επιβίωση του.

Μια άλλη διασκεδαστική φιγούρα ήταν η "Καμήλα". Οι δυο που ήταν κάτω από τον μανδύα, μια λινάτσα ή ένα σεντόνι, έτσι καθώς περπατούν στα τυφλά, δεν μπορούν να συντονίσουν την πορεία του, σκαμπανεβάζουν μπρος πίσω και μοιάζει σαν να έχει πεισμώσει η Καμήλα και δεν πάει, κι ο καμηλιέρης βγάζει την σκούφια του και τη δαγκώνει κι όλοι σκάζουν στα γέλια.

Τσιγγάνες με παρδαλά ρούχα πουλούν καλάθια και σιδερικά, που φτιάχνουν οι τσιγγάνοι, τσάπες, σκάρες, πυροστιές, και μασιές, βλέπουν και τιςμοίρες και λεν στον καθένα τα...κακά της μοίρας του!

Αυτά και άλλα πολλά, αυτοσχέδια η που ήταν έμπνευση της στιγμής...και γινόταν χαλασμός!

Συνεχίζεται...

Read more...